PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
Αναγεννησιακή τέχνη Эпоха Возрождения
αναγεννησιακός
ренессансный
  1. эпоха Возрождения
αναγέννησις
αναγεννητικός
αναγεννώ
αναγεννώμαι
αναγεννώμενος
αναγεννών
αναγερτά
ανάγεται
αναγιγνώσκω
αναγιγνώσκω εμμέτρως
αναγιγνώσκων μεγαλόφωνα читатель
αναγιγνώσκω προσεκτικώς
αναγινώσκω
αναγινώσκω επιπολαίως
αναγινώσκω εσφαλμενώς
αναγκάζομαι
αναγκάζομαι να παραδώσω неохотно
αναγκάζω
заставлять
  1. принуждать
  2. прину́дить
  3. заставля́ть
  4. принужда́ть
  5. заста́вить
  6. обязывать
  7. сдерживать
  8. форсировать
  9. делать необходимым
αναγκάζω αεραντλία нагнетательный насос
αναγκάζω ανθρώπινη σάρκα фарш
αναγκάζω από κάτω
αναγκάζω επάνω навязывать
αναγκάζω να κολυμπήσει плавание
αναγκαία коммунальные услуги
αναγκαία προϋπόθεση
αναγκαίο
αναγκαίος
нужный
  1. необходимый
αναγκαιος
αναγκαιότητα необходимость
αναγκαιώ
оправдание
  1. требовать
αναγκαίως
αναγκασμένος
αναγκασμός
αναγκαστικά
обяза́тельно
  1. по необходимости
  2. принудительный
αναγκαστική αποκάλυψη
αναγκαστική αποταμίευση
αναγκαστική επιστροφή
αναγκαστική μετανάστευση
αναγκαστική προσγείωση
αναγκαστική πώληση
αναγκαστικός
αναγκαστικότης
αναγκαστικότητα
αναγκαστικώς
αναγκελία
ανάγκες
потребности
  1. нужды
ανάγκες σε νερό
αναγκεσ πληροφορησησ
ελληνικά русский