PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
συγκρίσιμος
συγκριτής
συγκριτής γέφυρας
συγκριτικά
относительно
  1. сопостави
  2. сравнительно
συγκριτικές καταστάσεις
συγκριτικεσ μελετεσ
συγκριτική ανάλυση
συγκριτική ανατομία
συγκριτική αξιολόγηση
συγκριτική διαφήμιση
συγκριτική εκπαίδευση
συγκριτική λογοτεχνία
συγκριτική μελέτη
συγκριτική ψυχολογία
συγκριτικό δίκαιο
συγκριτικοί ισολογισμοί
συγκριτικός
сравни́тельный
  1. относи́тельный
  2. реляти́вный
  3. сравнительный
συγκριτικός βαθμός сравнительная степень
συγκριτικός έλεγχος
συγκρότημα
едини́ца
  1. анса́мбль
  2. гру́ппа
  3. орке́стр
  4. ко́мплекс
  5. компа́унд
  6. подразделе́ние
  7. отряд
  8. партия
  9. сгруппирование
  10. скопление
  11. толпа
  12. ватага
  13. класс
  14. группировки
  15. когорта
  16. группа
  17. масса
συγκρότημα διαμερισμάτων
συγκρότημα επιχειρήσεων
συγκρότημα πλανόδιων τραγουδιστών
συγκροτημένος
συγκρότηση
συγκρότηση παράγοντα сборка агента
συγκρότηση σε ομοσπονδία федерализа́ция
συγκροτούμαι
συγκροτώ
συγκρούμαι
συγκρουομαι
συγκρούομαι
столкну́ться
  1. ста́лкиваться
  2. конфликтова́ть
συγκρουόμενα συμφέροντα
συγκρουόμενος
σύγκρουση
взрыв
  1. коллизия
  2. столкнове́ние
  3. конфли́кт
  4. драка
σύγκρουση αρμοδιοτήτων
σύγκρουση γενεών
σύγκρουση δικαιοδοσίας
σύγκρουση συμφέροντος
σύγκρουση συμφερόντων
συγκρουστικός
συγκρούω
συγκυβερνήτης
συγκυρία
случа́йность
  1. конъюнкту́ра
  2. стече́ние обстоя́тельств
  3. положе́ние дел
  4. совпадение
  5. происшествие
  6. случай
  7. событие
συγκυριακή ανεργία
συγκυριακή πολιτική
συγκυριακό απόθεμα
συγκυριακός
συγκυριαρχία
συγνώμη
извините
  1. простите
ελληνικά русский