PanLex

ἑλληνικὴ γλῶττα Vocabulary

11444 entries from 47 sources
1 additional source obtained by PanLex and waiting to be analyzed
διαμερίζομαι
διαμερίζω
διαμερισμός
διαμεστόω
διαμετρέω
διανέμομαι
διανέμω
διανεύω
διανοέομαι
διανόημα
διάνοια
διανοίγω
διανοίγω τὴν καρδίαν
διανοίγω τὸν νοῦν
διανοίχθητι
διανυκτερεύω
διανύω
διαπαιδαγωγέω
διὰ παντός
διαπαρατριβή
διαπεράω
διαπέσσω
διαπλέκω
διαπλέω
διαπονέομαι
διαπορεύομαι
διαπορη
διαπραγματεύομαι
διαπρεπές
διαπρίομαι
διαπτύω
διάρθρωσις
διαρκής
διαρπάζω
διαρρήγνυμι
διασαλεύω
διασαφέω
διασείω
διασιλλαίνω
διασκορπίζω
διασπάω
διασπείρω
διασπορά
διαστέλλομαι
διάστημα
διαστολή
διαστρέφω
διασῴζω
διαταγή
διάταγμα
ἑλληνικὴ γλῶττα