PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αουριχαλκίτης aurichalcite
Αουρόρα Aurora
Άουσβιτς
αουστράλ Αργεντινής
Argentine australs
  1. Argentine austral
Αούστρια Βιέννης FK Austria Wien
Αούστρια Σάλτσμπουργκ SV Austria Salzburg
άουτο ντα φε
αούτο ντα φε
αουτσάιντερ
outsider
  1. underdog
Α.Ο. Χαϊδαρίου Chaidari F.C.
απoθεωσις apotheosis
απαγάγω
απαγαγώ abduct
απαγγελία
recital
  1. diction
  2. recitation
  3. repetition
  4. elocution
  5. enunciation
  6. pronouncement
  7. delivery
απαγγελλία κατηγορίας indictment
απαγγέλλω
recite
  1. mouth
απαγγέλλω κατηγορία indict
απαγγέλλω κατηγορικά impeach
απαγγέλλω μουσικώς intone
απαγγέλλω ποινή denounce
απαγγέλω pronounce
άπαγε
begone
  1. avaunt
  2. fie fie
απαγκιάζω belee
απάγκιο
shelter
  1. suntrap
απάγκιος
απαγκιστρώνομαι disengage
απαγκιστρώνω
unhook
  1. disengage
  2. withdraw
απαγκίστρωση
disengagement
  1. disengagment
Α ́ Παγκόσμιος Πόλεμος World War I
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
World War I
  1. First World War
  2. Great War
  3. WWI
Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος World War I
απαγκύρωση undock
απαγοητευω
απαγοητεύω dismay
απαγόμενη θερμότητα
απαγορεύεται
prohibited
  1. no
  2. it’s forbidden
απαγορεύεται η διάβαση πεζών no pedestrians
απαγορεύεται η είσοδος
no entry
  1. no admittance
απαγορεύεται η ρίψη σκουπιδιών no littering
απαγορεύεται το no
Απαγορεύεται το κάπνισμα No Smoking
απαγορεύεται το κάπνισμα no smoking
απαγορευμένα αγαθά prohibited goods
απαγορευμένα είδη contraband
Απαγορευμένη Πόλη Forbidden City
απαγορευμένο ένταλμα injunction
απαγορευμένο όπλο prohibited weapon
απαγορευμένος
prohibited
  1. forbidden
  2. illegal
  3. no
  4. crimeful
  5. against the law
  6. unwarrantable
απαγορευμένος από δεισιδαιμονία
taboo
  1. tabu
απαγορευμένος καρπός forbidden fruit
ελληνικά English