PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
απαγορεύομαι
απαγορεύονται τα κινητά no mobile phones
απαγορεύονται τα ποδήλατα no bicycles
απαγόρευση
ban
  1. prohibition
  2. embargo
  3. excommunication
  4. interdiction
  5. interdict
  6. writ
  7. forbiddance
  8. inhibition
  9. condemnation
απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος exclusion from public-sector employment
απαγόρευση εισόδου entry ban
απαγόρευση κυκλοφορίας curfew
απαγόρευση της κυκλοφορίας curfew
απαγόρευση της μεταφοράς embargo
απαγορεύσιμος inhospitable
απαγορευτής
inhibiter
  1. inhibitor
  2. interdictor
απαγορευτική prohibitive
απαγορευτικός
inhibitive
  1. inhibitory
  2. interdictive
  3. prohibitive
  4. prohibitory
  5. interdictory
απαγορευω
απαγορεύω
forbid
  1. prohibit
  2. taboo
  3. interdict
  4. suppress
  5. ban
  6. disallow
  7. censor
  8. forbidden
  9. forbade
  10. provide
  11. debar
  12. forbidding
  13. tabu
  14. proscribe
  15. nix
  16. veto
απαγορεύω επιβιβάζω censorship
απαγορεύω ρητά veto
απαγορεύω την είσοδο embargo
απαγορεύω την επικοινωνίαν quarantine
απαγχόνηση
απαγχονίζομαι
απαγχονίζω
gibbet
  1. hang
  2. string up
απαγχόνιση hanging
απαγχονισμός
hanging
  1. noose
απάγω
kidnap
  1. abduct
  2. hijack
  3. carry off
  4. rape
  5. ravish
  6. whisk
  7. take
  8. snatch
  9. nobble
απαγω abduce
απάγω βίαια rape
απαγωγέας
kidnapper
  1. abductor
  2. ravisher
  3. robber
  4. brigand
  5. hijacker
  6. kidnaper
απαγωγέας θερμότητας
απαγωγεύς
kidnapper
  1. abductor
απαγωγεύς μυς abductor
απαγωγή
abduction
  1. kidnapping
  2. rape
  3. deduction
  4. grab
  5. hijacking
  6. abductive reasoning
  7. elopement
  8. snatch
απαγωγή θερμότητας heat removal
απαγωγικός abductive
απαγωγό νεύρο abducent nerve
απαγωγός
abductor
  1. abducent
  2. abductor muscle
απαγωγός θερμότητας
απαγωγός μυς
abductor
  1. abducent muscle
  2. abductor muscle
απάγω με βία ravish
απάγωτος
απάδει
απαδός disciple
απαέρια
flue gas
  1. waste gas
  2. fumes
  3. smoke
  4. fume
απαέρια/αερολύματα
fume
  1. flue gas
  2. smoke
  3. fumes
απαερίωση στο χώρο ταφής απορριμμάτων
απαερίωση των αποβλήτων
απαζάρευτος without bargaining
απαθανατίζομαι
απαθανατίζω immortalize
απαθανάτιση
ελληνικά English