PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
απανωτός
άπαξ once
απαξ
άπαξ δια παντός
απαξία demerit
απαξιώ
disdain
  1. scout
απαξιώνω discredit
απαξίωση
discredit
  1. depreciation
απαξιωτικά
απαξιωτικός
galling
  1. degrading
άπαξ και
άπαξ λεγόμενο
hapax legomenon
  1. hapax
απαράβατα
απαράβατος
uninfringed
  1. inviolable
απαραβίαστο
asylum
  1. inviolability
  2. sacrosanctity
  3. indefensibility
απαραβίαστος
unviolated
  1. intangible
  2. inviolable
  3. inviolate
απαραβίαστο της κατοικίας breach of domicile
απαράβλητα incommensurably
απαράγγι asparagus
απαραγνώριστος unmistakable
απαράγραπτος
unalienable
  1. inalienable
απαραδειγματιστός
unexampled
  1. unprecedented
απαράδεκτα unendurably
απαράδεκτος
unacceptable
  1. inadmissible
  2. unadmitted
  3. inappropriate
  4. objectionable
  5. exceptionable
απαραδέκτως unacceptably
απαράδεχτος unacceptable
απαράδοτος undelivered
απαραίτητα
indispensably
  1. needs
  2. support
  3. keep
  4. living
  5. livelihood
  6. bread and butter
  7. sustenance
απαραίτητο indispensability
απαραίτητο αμινοξύ essential amino acid
απαραίτητος
necessary
  1. indispensable
  2. required
  3. needful
  4. essential
απαραίτητο χαρακτηριστικό essential
απαραιτήτως indispensably
Α' Παραλειπομένων 1 Chronicles
Α’ Παραλειπομένων
απαράλλακτος
identical
  1. self same
απαραλλαξία identity
απαραλλαξία αγγελία identity card
απαράλλαχτος twin
απαραμείωτος
απαράμιλλο peerlessness
απαράμιλλος
unparalleled
  1. incomparable
  2. unmatched
  3. unrivalled
  4. nonsuch
  5. nonpareil
  6. unique
  7. unequaled
  8. unexampled
  9. unsurpassed
  10. matchless
  11. unrivaled
  12. unequalled
  13. nonesuch
  14. peerless
απαραποίητος
απαράσκευος unprepared
απαρατήρητος
unobserved
  1. unheeded
  2. unremarked
  3. unperceivable
  4. unnoticed
  5. overlooked
απαρέγκλητος
undeviating
  1. unswerving
  2. steady
απαρέγκλιτα
απαρέγκλιτος
απαρεμφατική πρόταση infinitive clause
απαρεμφατικός infinitive
ελληνικά English