PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
απαλαίνω
απαλάσσω
rid
  1. release
  2. disangage
απαλείφω
eliminate
  1. delete
  2. obliterate
  3. efface
  4. expunge
  5. erase
απαλείφω λάθη emend
απάλειψη
extinction
  1. deletion
Απαλή Easy Listening
απαλή δοξαριά feathering
απαλή επιφάνεια velvet
απαλή και γλυκειά fruity
απαλή μάλλινη μάζα fleece
απαλή σκίαση soft shadowing
απαλλαγή
exemption
  1. release
  2. acquittal
  3. deliverance
  4. exoneration
  5. disposal
  6. escape
  7. liberation
  8. remission
  9. franchise
  10. dispensation
  11. absolution
  12. extrication
  13. acquittance
  14. quietus
  15. riddance
  16. releasement
  17. acquitment
  18. granting immunity
  19. immunity
  20. disposition
απαλλαγή από ταμπού emancipation
απαλλαγή από τέλη εξαγωγής remission of export duties
απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού budgetary discharge
απαλλαγμένος
free
  1. quit
  2. exempt
  3. quits
  4. devoid
απαλλαγμένος από free
απαλλαγμένος από κάτοικος
απαλλαγμένος φόρου exempt from tax
απαλλαγώ
απαλλακτική ρήτρα
exculpatory clause
  1. release clause
απαλλακτικός
absolutory
  1. absolvatory
απαλλάσομαι
purge
  1. throw off
απαλλάσσομαι
shed
  1. get rid of
  2. be acquitted
  3. purge
  4. dispose
  5. unhitch
απαλλάσσομαι από
remove
  1. shed
  2. dispose of
απαλλάσσω
acquit
  1. absolve
  2. discharge
  3. exonerate
  4. deliver
  5. free
  6. release
  7. save
  8. scour
  9. unburden
  10. disentangle
  11. dispense
  12. extricate
  13. relieve
  14. rid
  15. excuse
  16. exempt
  17. assoil
  18. dislodge
  19. clear
  20. rid of
  21. purge
  22. eliminate
  23. exculpate
  24. obviate
απαλλάσσω ανακριτού save up
απαλλάσσω από dispense from
απαλλάσσω από ευθύνη
απαλλάσσω μικρόβιων
sterilise
  1. sterilize
απαλλάσσω ταχυδρομικών τελών frank
απαλλάσω absolve
απαλλάττω
release
  1. absolve
απαλλάτω acquit
απαλλοτριούμενος alienee
απαλλοτριώ
expropriate
  1. alienate
απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνω
expropriate
  1. alienate
  2. condemn
  3. divest
  4. confiscate
απαλλοτρίωση
alienation
  1. expropriation
  2. condemnation
  3. compulsory purchase
  4. abalienation
  5. confiscation
απαλλοτριώσιμος alienable
απαλλοτριωτής expropriator
απαλοιφή elimination
Απαλοιφή ομάδας Clear Group
Απαλοιφή σημείωσης Clear Note
απαλοιφή σχολίων Clear Annotations
απαλό κτύπημα dab
απαλός
soft
  1. tender
  2. limp
  3. smooth
  4. fleecy
  5. lambent
  6. silken
  7. silky
  8. delicate
  9. gentle
απαλός ή χνουδωτός velvety
απαλότης flabbiness
απαλότητα
tenderness
  1. silkiness
  2. flabbiness
  3. softness
  4. gentleness
  5. affection
  6. love
ελληνικά English