PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αμαρυλλίς
амари́ллис
  1. амари́л
αμαρύλλις
Αμάρυνθος
Αμάσεια
αμάσητος
αμασκάρευτος
αμαστίγωτος
Αμάτα Καμπούα Амата Кабуа
αματανόητος
Αματεράσου Аматэрасу
αματόλη
αμαυρός
αμαυρότητα
αμαυρώ
αμαυρώνω
по́ртить
  1. испо́ртить
  2. повреди́ть
  3. поврежда́ть
  4. пятнать
  5. чернить
  6. затемнять
  7. потемнение
  8. расплывшиеся очертания
αμαύρωση
αμαχητί
άμαχος
άμαχος πληθυσμός
Ἀμβακούμ Аввакум
Αμβέρσα Антверпен
αμβλεία γωνία
αμβλυγώνιος
αμβλυγωνίτης
αμβλύνοια
αμβλύνους
тупо́й
  1. недалёкий
  2. тупой
άμβλυνση уменьшение
αμβλύνω
иступи́ть
  1. затупля́ть
  2. притупи́ть
  3. тупи́ть
  4. притупля́ть
  5. затупи́ть
  6. выставлять в смешном виде
  7. разводить
  8. тупой
  9. умерять
  10. утончать
αμβλύ ξίφος
αμβλύ όργανο
αμβλύς
тупой
  1. тупо́й
  2. притуплённый
αμβλύς μεταλλικόσ ήχος
αμβλυστόμα
αμβλύστομος
αμβλύτης
αμβλύτητα
αμβλύωπας
αμβλυωπία амблиопия
αμβλυωπός
αμβλώνω
άμβλωση
аборт
  1. або́рт
  2. уродец
  3. выкидыш
αμβλωτικό φάρμακο
αμβολίζω рыба
αμβολίζω αγικστρώνω рыболовный крючок
αμβολίζω ακάλυπτος
αμβολίζω αμυντική γραμμή леса
αμβολίζω βέργα
αμβολίζω λιμνάζω садок
Αμβούργο
Гамбург
  1. Га́мбург
Αμβούργο Σ.Β. Гамбург
ελληνικά русский