PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
Αμερικάνα американка
αμερικανάκι
Αμερικανίδα
америка́нка
  1. американка
  2. америка́нец
  3. америка́нцы
αμερικανίδα
αμερικανίζω
Αμερικανικές Παρθένες Νήσοι
Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι
Виргинские о-ва (США)
  1. Америка́нские Вирги́нские острова́
  2. Американские Виргинские острова
Αμερικανικές Σαμόα
Восточное Самоа
  1. Америка́нское Само́а
  2. Восто́чное Само́а
Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών Американская академия киноискусства
αμερικάνικη αλοή
αμερικάνικη βατομουριά
αμερικάνικη βελανιδιά quercus sessiliflora
αμερικανική γλώσσα
αμερικάνικη έλαφος
αμερικανική έλαφος лось
αμερικανική ήπειρος/Βόρειος & Νότιος Αμερική
США
  1. Америка
  2. Соединенные Штаты
  3. Соединённые Штаты Америки
αμερικάνικη καστανιά
αμερικάνικη λευκή σημύδα γένους betula
Αμερικάνικη μαύρη αρκούδα
αμερικάνικη οξιά
Αμερικάνικη Πολιτεία
Αμερικανική Σαμόα
Американское Самоа
  1. Восточное Самоа
  2. Америка́нское Само́а
  3. Восто́чное Само́а
αμερικάνικη τίγρη
ягуар
  1. пантера
  2. леопард
αμερικάνικη φλαμουριά
αμερικάνικη φοινικιά elaeis guineensis
αμερικάνικη φουντουκιά
αμερικάνικη φτελιά
αμερικάνικο δέντρο γένους carpinus
Αμερικάνικο δολλάριο
Αμερικάνικο νηογνώμων
Αμερικανικό Όνειρο Американская мечта
αμερικανικό όνειρο
Αμερικανικό Όπεν Открытый чемпионат США по теннису
Αμερικάνικο ποδόσφαιρο
αμερικανικό ποδόσφαιρο америка́нский футбо́л
αμερικάνικο πουρνάρι
αμερικάνικος
американский
  1. янки
αμερικανικός
американский
  1. америка́нский
αμερικάνικος διόσπυρος
Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος Гражданская война в США
αμερικάνικος λέων
αμερικανικός οργανισμός
αμερικάνικος πλάτανος
αμερικάνικος πρότυπος κώδικας ανταλλαγής πληροφορίας ASCII
Αμερικανικός πρότυπος κώδικας για ανταλλαγή πληροφοριών (ASCII) ASCII
αμερικάνικο φυτό vaccinium macrocarpon
αμερικάνικο φυτό γένους celtis
αμερικανισμός
Αμερικάνος
американец
  1. американский английский
Αμερικανός
американец
  1. американка
  2. америка́нка
  3. америка́нцы
  4. америка́нец
ελληνικά русский