PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αμερικανός στρατιώτης
Αμέρικα Ρίο ντε Τζανέϊρο Америка
Αμερική
Америка
  1. Аме́рика
  2. США
  3. Соединённые Штаты Америки
  4. Соединенные Штаты
αμερική Америка
αμερίκιο
америций
  1. амери́ций
αμερικιο америций
αμεριμνησία
αμέριμνος
αμέριστα
αμέριστος
αμερόληπτος беспристрастный
αμεροληψία
беспристрастность
  1. че́стность
  2. беспристрастие
άμεσα
непосре́дственно
  1. вско́ре
  2. ско́ро
  3. напряму́ю
  4. пря́мо
  5. тотчас же
άμεσα εκλεγμένη Βουλή
άμεση немедленно
άμεση αγωγή суфлерская будка
Άμεση αναζήτηση мгновенный поиск
άμεση ανίχνευση
άμεση γραμμή επικοινωνίας трубопровод
άμεση δημοκρατία
άμεση διαίρεση
άμεση διάκριση
άμεση δράση
άμεση εκτόνωση
άμεση ενέργεια
άμεση εξώθηση
άμεση επαφή
άμεση επένδυση
άμεση επιδιόρθωση исправление
άμεση εφαρμογή
άμεση κρούση
Άμεση μεταφορά переключить сейчас
Άμεση ξένη επένδυση Прямые иностранные инвестиции
άμεση πηγή εκπομπών
άμεση πρόσβαση
άμεση προσπέλαση μνήμης (DMA)
прямой доступ к памяти (DMA)
  1. прямой доступ к памяти
Άμεση προώθηση технология Direct Push
άμεση πώληση
άμεση σύνδεση
Άμεση σύνδεση των Windows Windows Connect Now
άμεση σύσκεψη провести собрание
άμεση συσχέτιση
άμεση φιλοξενία прямая передача
άμεση χρεωλυσία
άμεση χρέωση
άμεσο немедленно
άμεσο αντικείμενο
άμεσοι αισθητήρες
άμεσο κόστος
αμεσολάβητος срочный
ελληνικά русский