PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
συγκάτοικος
сосед по комнате
  1. товарищ по комнате
  2. просторен
συγκατοικώ
συγκάτοχος совладелец
σύγκειμαι
συγκείμενο
συγκεκολλημένος
συγκεκομμένος
συγκεκριμένα
специально
  1. специфично
  2. специфически
  3. особенно
συγκεκριμένο
συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμένος
действи́тельный
  1. реа́льный
  2. я́вный
  3. конкре́тный
  4. специфи́ческий
  5. конкретный
  6. лаконичен
  7. лаконический
  8. лаконичный
  9. краткий
συγκεκριμένος τομέας παραγωγής
συγκενημένος
συγκεντρούμαι
συγκεντρούμενος
συγκεντρώ
συγκεντρώ εις χρεώγραφα
συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένο φορτίο
συγκεντρωνομαι
συγκεντρώνομαι
сосредото́чиваться
  1. концентри́роваться
  2. сконцентри́роваться
  3. сосредото́читься
  4. собираться
συγκεντρώνομαι σε ομάδα
συγκεντρώνουν
собра́ть
  1. собира́ть
συγκεντρώνω
собра́ть
  1. собира́ть
  2. конденсировать
  3. централизовать
συγκεντρώνω ομάδα
συγκέντρωση
собрание
  1. агрегация
  2. централиза́ция
  3. концентра́ция
  4. централизация
  5. сосредоточение
συγκέντρωση αξιωμάτων
συγκέντρωση εκτύπωσης группа принтеров
συγκέντρωση ζώων
συγκέντρωση θείου
συγκέντρωση οικισμών
συγκέντρωση περιόδων λειτουργίας сеанс работы
συγκέντρωση/συγκεντρωτισμός
централизация
  1. сосредоточение
συγκέντρωση τάσεων
συγκέντρωση του πληθυσμού
συγκέντρωση των εξουσιών
συγκέντρωση των πληροφοριών
συγκεντρωτής
συγκεντρωτική λίπανση
συγκεντρωτικό ημερολόγιο
συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικός φακός
συγκεντρωτισμός
централизм
  1. централизация
  2. сосредоточение
συγκερασμός сгуще́ние
συγκέτρωση концентрация
συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιωτικός
синопти́ческий
  1. сво́дный
συγκεχυμένος
нерезкий
  1. беспоря́дочный
  2. спу́танный
  3. хаотический
  4. неясный
  5. смутный
συγκεχυμίνος
συγκινημένος
ελληνικά русский