PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
στυφότητα
στύφτης
στύψη
στύψη σίδηρου
στύψιμο сжатие
στωικά
стои́чески
  1. сто́йко
  2. как сто́ики
στωική φιλοσοφία
Στωικισμός Стоицизм
στωικισμός стоици́зм
στωικός
стоик
  1. сто́ик
  2. стои́ческий
στωικός φιλόσοφος
στωικότης
στωικότητα
στωικώς
στωμένος
στωμυλία
στωμυλώς
συ
σύ
συάκι
σύαξ
σύ αυτός
συβαρίτης
συβαριτικός
συβαριτικώς εν χλιδή
συβαριτισμός
потака́ние свои́м сла́бостям
  1. потво́рство свои́м жела́ниям
Σύβοτα
συγά
медленно
  1. медленно-медленно
  2. исподволь
σύγαμπρος
συγγένεια
родство́
  1. родня
  2. семья
συγγενεια
συγγένεια αίματος
συγγένεια εξ αγχιστείας
συγγένεια εξ αίματος
кро́вное родство́
  1. кро́вные у́зы
συγγένεια εξ’ αίματος
συγγένειες
συγγενείς
родич
  1. сородич
  2. родня́
  3. родственник
  4. родня
  5. семья
συγγενείς και φίλοι
συγγενεισ ανωμαλιεσ
συγγενεύω
συγγενεύων
συγγενής
близкий
  1. врождённый
  2. ро́дственник
  3. ро́дственница
  4. ро́дственный
  5. однокоренно́й
  6. конгенита́льный
  7. род
  8. родня
  9. родственник
  10. сородич
  11. семья
  12. родич
  13. клан
  14. родственники
  15. компания
συγγενής ανωμαλία
συγγενής εξ αγχιστείας
συγγενής εξ’ αίματος
συγγενής με
συγγενής νόσος
συγγενικά
συγγενικος
συγγενικός
свя́занный
  1. связанный
  2. сродни
  3. акын
ελληνικά русский