PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
ανέξοδο
ανέξοδος
ανεξοικείωτος
ανεξουσιοδότητος
ανεξόφλητος
ανεξύμνητος
ανεπάγγελτος
ανεπαίσθητα
ανεπαίσθητο
ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητως
ανεπαίσχυντος
ανεπαλήθευτος
ανεπανάληπτος
ανεπανόρθωτα
ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτως
ανεπάντεχος
ανεπάρκεια
ανεπαρκεία
ανεπαρκεια αντιδιουρητικησ ορμονησ
ανεπαρκεια βιταμινων
ανεπάρκεια τροφίμων
ανεπαρκής
ανεπαρκής αμοιβή
ανεπαρκής αναμμένος
ανεπαρκής βαμμένος
ανεπαρκής βλέπων
ανεπαρκής ένταση
ανεπαρκής τήξη
ανεπαρκτής
ανεπαρκών διαστάσεων
ανεπαρκώς
ανεπαρκώς αμειβόμενος
ανεπαρκώς μαγειρευμένος
ανέπαφος
ανεπεξέργαστος
ανεπηρέαστο
ανεπηρέαστος
ανεπιβάρυντος
ανεπιβεβαίωτος
ανεπίβλεπτη λειτουργία
ανεπίγνωστος
ανεπίγραφος
ανεπίδεκτο
ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτος αλλοιώσεως
ανεπίδεκτος μαθήσεως
ανεπίδεκτος σμυκρίνσεως
ανεπίδεκτως
ελληνικά