PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
απογοητευτικό disappointing
απογοητευτικός disappointing
απογοητεύω
disappoint
  1. disillusion
  2. mock
  3. let down
  4. disenchant
  5. dissatisfy
  6. dispirit
  7. get down
  8. dismay
  9. depress
  10. demoralize
  11. demoralise
  12. cast down
  13. deject
απογονικός descendant
απόγονοι
progeny
  1. posterity
  2. issue
  3. offspring
  4. seed
απόγονοι άβουλος άνθρωπος seeding-machine
απόγονοι αγροτεμάχιο seed-plot
απόγονοι ανοίγω seed drill
απόγονοι αραβόσιτος seed-corn
απόγονοι γλύκισμα seedcake
απόγονοι εποχή seedtime
απόγονοι κρεβάτι seedbed
απόγονος
descendant
  1. offspring
  2. scion
  3. progeny
  4. offshoot
  5. issue
  6. descendent
απογορευτικός forbidding
απογορεύω veto
απογραμμάτιστος unprogrammed
απογραμμικός offline
απογραφέντα αντικείμενα inventory
Απογραφή Census
απογραφή
census
  1. inventory
  2. stocktaking
  3. stock-taking
  4. inventorying
απογραφή εμπορευμάτων
inventory
  1. stocktaking
απογραφή/κατάλογος inventory
απογραφή πληθυσμού census
απογραφη πληθυσμου census
απογραφή του πληθυσμού population census
απογραφικός
απογραφικό σύστημα inventory system
απόγραφο
ampliation
  1. apograph
απογράφω take inventory
απογυμνώ
dismantle
  1. fleece
  2. strip
απογυμνωμένος destitute
απογυμνώνω
despoil
  1. strip
  2. denude
  3. dismantle
  4. gingerbread
  5. foray
  6. loot
  7. divest
  8. plunder
  9. deprive
  10. ransack
  11. reave
  12. rifle
  13. pillage
απογύμνωση denudation
απογυμνωτής επένδυσης
αποδασώνω deforest
αποδάσωση
deforestation
  1. disforestation
αποδεδειγμένος
proven
  1. received
  2. confirmed
  3. attested
  4. verified
αποδειγμένος
confirmed
  1. unverifiable
αποδεικνύει
mean
  1. signify
  2. stand for
  3. intend
αποδεικνύομαι
prove
  1. approve
  2. turn out
  3. turn up
αποδεικνύομαι εξυπνότερος
outwit
  1. overreach
αποδεικνυω
αποδεικνύω
prove
  1. show
  2. evidence
  3. aver
  4. establish
  5. evince
  6. demonstrate
  7. convict
  8. substantiate
  9. bear witness to
  10. manifest
  11. shew
  12. attest
  13. certify
αποδεικνύω ανακριτού show up
αποδεικνύω αναμμένος show in
αποδεικνύω άνοιγμα show window
αποδεικνύω από show off
αποδεικνύω γύρω show round
αποδεικνύων
demonstrator
  1. prover
αποδεικνύω την ύπαρξη assert
ελληνικά English