PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αποδέχομαι δικόγραφα approbate
αποδέχομαι κλοπιμαία fence
αποδέχομαι να μοιρασθώ pool
αποδεχόμενος
αποδήμηση migration
αποδημητικό είδος migratory species
αποδημητικό πουλί bird of passage
αποδημητικό πτηνό
bird of passage
  1. migratory bird
  2. emigrant bird
αποδημητικός
sedentary
  1. migratory
  2. migrational
αποδημία
emigration
  1. exile
  2. peregrination
  3. pilgrimage
  4. migration
απόδημος
emigrant
  1. expatriate
  2. migrant
  3. emigre
  4. outgoer
  5. emigree
αποδημώ
migrate
  1. emigrate
  2. repudiation
  3. immigrate
αποδιάλεγμα
αποδιαμόρφωση demodulation
αποδίδομαι
redound
  1. translate
αποδιδόμενη ιδιότητα attributive
αποδίδω
yield
  1. ascribe
  2. attribute
  3. render
  4. pay
  5. assign
  6. redeemise
  7. turn
  8. salute
  9. impute
  10. interpret
  11. translate
  12. convey
  13. attach
  14. attached
  15. execute
  16. fetch
  17. refund
  18. reimburse
  19. restore
  20. give back
  21. refer
  22. generate
  23. give
  24. return
  25. draw
αποδίδω ακάλυπτος pay out
αποδίδω ανακριτού pay up
αποδίδω αναμμένος pay in
αποδίδω από pay off
αποδίδω επισημότητα σε solemnize
αποδίδω ευθύνη
αποδίδω ιδιότητα σε predicate
αποδίδω κατεβάζω pay down
αποδίδω μικρότερη αξία underestimate
αποδίδων
attributer
  1. attributor
αποδίδω σοδειά crop
αποδίδω σοδειά ακάλυπτος crop out
αποδίδω σοδειά ανακριτού crop up
αποδίδω την πατρότητα affiliate
αποδίδω τιμές
αποδίδω φραστικά verbalize
αποδίζω impute
αποδίνω
αποδιοπομπαίος τράγος
scapegoat
  1. whipping boy
  2. punching bag
  3. fall guy
αποδιοργανωμένος rail
αποδιοργανώνομαι
αποδιοργανώνω
disorganise
  1. disorganize
αποδιοργάνωση
disorganization
  1. disorganisation
  2. disruption
αποδιοργανωτικός disruptive
αποδιωγμένος
αποδιώκω shoo
αποδιώχνω repulse
αποδοκιμάζω
disapprove
  1. deplore
  2. objurgate
  3. hiss
  4. deprecate
  5. catcall
  6. boo
  7. decry
  8. discourage
  9. reprove
  10. hoot
  11. disfavor
  12. disfavour
  13. discountenance
  14. reprobate
  15. blackball
  16. denounce
  17. negative
  18. veto
αποδοκιμάζω με γιούχα
αποδοκιμάζων hooter
αποδοκιμασία
objurgation
  1. disapproval
  2. censure
  3. protest
  4. raspberry
  5. catcall
  6. disapprobation
  7. discountenance
  8. reprobation
  9. hoot
  10. virago
  11. reprimand
  12. reproval
  13. scolding
  14. rixation
  15. odium
αποδοκιμασμένος
disfavoured
  1. disfavored
αποδοκιμαστικά reprovingly
ελληνικά English