PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αποδεικνύω το δίκιο vindicate
αποδεικτικό S/MIME S/MIME receipt
αποδεικτικό καταβολής κομίστρου ticket
αποδεικτικός
argumentative
  1. demonstrative
  2. substantiative
  3. evidential
  4. debatable
  5. squabbly
αποδεικτικό στοιχείο
evidence
  1. proof
  2. cogent evidence
αποδεικτικότητα conclusiveness
αποδεικτώς provably
αποδειλιώ
cower
  1. flinch
αποδείξεις evidence
αποδειξη
απόδειξη
proof
  1. evidence
  2. receipt
  3. averment
  4. token
  5. establishment
  6. substantiation
  7. demonstration
  8. mark
  9. pledge
  10. scrip
  11. asseveration
  12. assertion
  13. cogent evidence
απόδειξη αγοράς proof of purchase
απόδειξη γνησιότητας seal
απόδειξη είσπραξης
receipt
  1. cash receipt
  2. receiving
  3. reception
  4. takings
απόδειξη με έγγραφα documentation
απόδειξη με παραδείγματα exemplification
απόδειξη παραλαβής receipt
απόδειξη πληρωμής
payslip
  1. voucher
απόδειξη χρέους chit
αποδείξιμος
demonstrable
  1. provable
αποδειξιμότητα
απόδειπνο
supper
  1. dinner
  2. tea
  3. evening meal
αποδειπνώ supper
αποδειχθείς proven
αποδείχνομαι
αποδειχνύομαι
αποδείχνω
prove
  1. substantiate
αποδεκατίζω
decimate
  1. annihilate
  2. expunge
  3. eradicate
  4. eliminate
  5. exterminate
  6. extinguish
αποδεκάτιση decimation
αποδεκάτισμα decimation
αποδεκατισμός decimation
αποδέκτης
recipient
  1. addressee
  2. receiver
  3. sink
  4. payee
  5. accepter
  6. drawee
αποδέκτης συναλλαγματικής drawer
αποδέκτης υπηρεσία υπηρεσία
αποδεκτό receivability
αποδεκτός
acceptable
  1. admissible
  2. receivable
αποδεκτός τομέας accepted domain
αποδελτιομένος
αποδελτιώνομαι
αποδελτιώνω
αποδελτίωση
αποδεξαμενίζομαι undock
από δεξιά προς τα αριστερά right-to-left
αποδεσμεύομαι
relinquish
  1. free
  2. give up
  3. release
  4. resign
αποδεσμεύοντας
αποδέσμευση desorption
αποδέσμευση πόρου resource deallocation
αποδεσμεύω
unchain
  1. affranchise
  2. unbind
  3. unshackle
  4. disengage
  5. absolve
  6. free
  7. withdraw
αποδέχομαι
accept
  1. condescend
  2. assent
  3. resign
  4. consent
  5. have
  6. take
αποδέχομαι αδιαμαρτύρητα swallow
ελληνικά English