PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
σωλήνας κενού
σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος
σωλήνας νερού
σωλήνας οξυγονοκολλήσεως
σωλήνας όπλου
σωλήνας σπόρων
σωλήνας συμπύκνωσης
σωλήνας/σωλήνωση/στήλη μεταλλεύματος/αγωγός/πίπα
канал
  1. тюбинг
  2. дымовая труба
  3. труба
  4. трубопровод
σωλήνας τσιμπουκιού
σωλήνας υπερχειλίσεως αεραντλίας
σωλήνας φραγής
σωλήνας φυσητήρα
σωλήνες
σωλήν εύκαμπτος
σωληνοειδές
σωληνοειδής
σωληνοειδής κοιλότητα
σωληνοειδής όραση
σωληνώδης
σωληνώσεις
труба
  1. трубопровод
σωληνώσεις αναρρόφησης
σωληνώσεις καυσίμου
σωλήνωση
конве́йер
  1. нефтепровод
  2. газопровод
σωλήνωση λίπανσης
σωλιάνω
Σώλτ Λέηκ Σίτυ Солт-Лейк-Сити
σωμα
σώμα
тело
  1. отря́д
  2. те́ло
  3. ко́рпус
  4. по́ле
  5. текст сообщения
  6. человек
  7. человеческое тело
σῶμα
σώμα αλεξιπτωτιστών
σώμα ανήλικου
σώμα ενήλικου
σώμα καλοριφέρ
σώμα καμίνου
σώμα καταδρομών
σώμα κειμένου основной текст
σώμα κύλισης
σώμα με σώμα
σώμα οπτικού πεδίου
σώμα πεζοναυτών
σώμα πολιτών
σώμα προς σώμα
σώμα στέρνου
σώμα στρατού
σωματειακός организационный
σωματείο
ассоциация
  1. общество
  2. корпора́ция
σωματειο
σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
σωματείο νομικώς ανεγνωρισμένο
σωματέμπορας
ελληνικά русский