PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
σωματεμπορία
σωματεμπόριο
σωματέμπορος
сводник
  1. сутенёр
  2. cутенёр
  3. сводня
  4. cводня
  5. сво́дня
  6. сво́дник
σωματερία
gága
  1. гага
  2. га́га
σωματιδιακή φυσική
фи́зика элемента́рных части́ц
  1. физика элементарных частиц
σωματίδια υπέρλεπτου διαχωρισμού
σωματίδιο
части́ца
  1. частица
σωματίδιο α альфа-частица
σωματίδιο άλφα альфа-частица
σωματικά
σωματικά ανάπηρος
σωματικές ανάγκες
σωματικεσ αναπηριεσ
σωματική αγωγή
σωματική αναπηρία
σωματική ανάπτυξη
σωματικη αναπτυξη
σωματική διάπλαση
σωματική δύναμη
σωματική εξέταση
σωματική επίθεση
σωματική έρευνα
σωματική ιδιότητα
σωματική κατασκευή
σωματική ουσία
σωματική τιμωρία
σωματική υλικότης
σωματική υλικότητα
σωματικό αίσθημα
σωματικό κάλλος
σωματικό κύτταρο
σωματικό νευρικό σύστημα
σωματικό πάχος
σωματικός
телесный
  1. теле́сный
σωματικός οργανισμός
σωματικότης
σωματικότητα
σωματικό υγρό
σωματικώς от-лично
σωμάτιο
σωματοδόμηση
бодиби́лдинг
  1. культури́зм
  2. бо́дибилдинг
  3. бодибилдинг
  4. культуризм
σωματολογία
σωματομετρία
σώμα του ανθρώπου
анатомия
  1. тело
  2. человеческое тело
  3. мясо
σωματοφύλακας
мушкетёр
  1. телохранитель
  2. телохрани́тель
  3. охра́нник
  4. достойная
  5. стража
  6. охранник
  7. караул
σωματοφυλακή
σωματοφύλακη
σωματοφύλαξ
σωματώδης мясистый
Σώμα των Κοσμητόρων
ελληνικά русский