PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
σώμα ψύξης
σώνει
σώνω
σωός
σώος целый
σωός και αβλαβής
σώος και αβλαβής
в целости и сохранности
  1. це́лый и невреди́мый
  2. в це́лости и сохра́нности
  3. целый и невредимый
σωός τας φρένας
σώπα
σωπαίνω
молчать
  1. молча́ть
  2. безмолвствовать
  3. замолчать
σωρεία
σωρεύομαι
σώρευση εισοδημάτων
σώρευση ρύπων
σώρευση συντάξεων
σωρεύτης
σωρευτικά совокупно
σωρευτικός
нагроможденный
  1. кумулятивный
σωρευτικότης
σωρευτικότητα
σωρεύω
σωρηδόν
σωριάζομαι
обвали́ться
  1. обва́ливаться
  2. разру́шиться
  3. оседа́ть
  4. разруша́ться
  5. осе́сть
σωριάζω
σωριάζω πάλι
σώριασμα
σωριασμένος
σωριαστός
σωρισκέας
σωρό
σωροειδής
σωρος
σωρός
ку́ча
  1. гру́да
  2. сто́пка
  3. куча
σωρός άμμου
σωρός από πέτρες
σωρός απορριμμάτων свалка отходов
σωρός απορριμμάτων/χώρος απόρριψης αποβλήτων свалка отходов
σωρός καυσόξυλα
σωρός κοπριάς
σωρός πλακιδίων
σωρός σκουπιδιών
σωρός τρίχων
σωρός χορτάρι
σωρός χόρτου
σωρός χώματος
σώρωση
σωσίας
двойни́к
  1. сучение
  2. сдваивание
σωσίβιο спасательный жилет
σωσίβιο λέμβων
σωσίβιο μέσο
ελληνικά русский