PanLex

ελληνικά Vocabulary

132720 entries from 106 sources
10 additional sources obtained by PanLex and waiting to be analyzed,
containing at least 14037628 entries in this language.
αποδοκιμαστικός
reprobative
  1. jeering
  2. deprecative
  3. dim
αποδόμηση deconstruction
αποδόμηση/υποβάθμιση/φθορά
abjection
  1. culture of death
  2. bestialization
  3. retrogradation
  4. degradation
αποδομητικός
destructive
  1. dissolutive
αποδομώ
deconstruct
  1. destroy
  2. dismantle
  3. dissolve
άποδος apod
απόδοση
attribution
  1. output
  2. yield
  3. production
  4. ascription
  5. return
  6. redeemise
  7. rendering
  8. efficiency
  9. apodosis
  10. capacity
  11. odds
  12. performance
  13. revenue
  14. version
  15. restitution
  16. arrangement
  17. imputation
  18. rendition
  19. excavation
  20. extraction
  21. harvesting
  22. ingathering
  23. mining
  24. quarrying
  25. reaping
  26. crop
  27. interpretation
  28. restoration
  29. regaining
  30. translation
  31. proceeds
  32. payoff
  33. interlingual rendition
  34. issue
  35. takings
  36. take
  37. interpreting
απόδοση από την πλευρά του προγράμματος-πελάτη (CSR) client-side rendering
απόδοση ελέγχου Give Control
απόδοση κατά μετοχή earnings per share
απόδοση/κατανομή
attribution
  1. ascription
απόδοση λειτουργίας operational efficiency
απόδοση με λέξεις
verbalisation
  1. verbalization
απόδοση με πεπλεγμένη μορφή interlace
απόδοση/μέρισμα
productivity
  1. fruitfulness
  2. yield
απόδοση παραγωγής yield
απόδοση σε αμπερωρία ampere hour efficiency
απόδοση χρωμάτων colour rendition
αποδόσιμος
renderable
  1. ascribable
απόδοσις ascription
αποδοτέος
attributable
  1. renderable
  2. assignable
  3. referable
  4. referrable
  5. imrutable
αποδοτικός
productive
  1. efficient
  2. profitable
  3. fruitful
  4. effective
αποδοτικότης
efficiency
  1. productiveness
αποδοτικότητα
profitability
  1. efficiency
  2. productivity
  3. productiveness
  4. payability
αποδοχές
earnings
  1. salary
Αποδοχή
Allow
  1. receipt
  2. receiving
  3. reception
  4. takings
αποδοχή
acceptance
  1. readoption
  2. acceptability
  3. receipt
  4. reception
  5. adoption
  6. credence
  7. knightly
  8. subscription
  9. admittance
  10. admission
  11. approval
  12. standardista
  13. acceptancy
  14. espousal
  15. acceptation
απόδραση
escape
  1. absconding
  2. getaway
Απόδραση από το Αλκατράζ Escape from Alcatraz
απόδραση εκ φυλακής jailbreak
αποδρώ
αποδυνάμωμα
αποδυναμώνομαι weaken
αποδυναμώνω
impoverish
  1. weaken
αποδυνάμωση weakening
αποδυναμωτικός
αποδύομαι
start
  1. commence
  2. embark on
  3. start up
αποδυτήρια locker room
απόδυτηρια κολυμβητών
bathing machine
  1. bathhouse
αποδυτήριο
vestiary
  1. recreational
  2. field house
αποδώ
από δω this way
αποδώ και αποκεί
από εδώ
away
  1. from here
  2. this way
από εκεί
thence
  1. from there
  2. that way
από έξω προερχόμενος extraneous
αποζευγνύω unyoke
αποζευγνύω ίππον unharness
αποζεύκτης
isolator
  1. disconnector
αποζεύκτης-ασφάλεια
ελληνικά English