αποδοκιμαστικός |
reprobative
- jeering
- deprecative
- dim
|
αποδόμηση |
deconstruction
|
αποδόμηση/υποβάθμιση/φθορά |
abjection
- culture of death
- bestialization
- retrogradation
- degradation
|
αποδομητικός |
destructive
- dissolutive
|
αποδομώ |
deconstruct
- destroy
- dismantle
- dissolve
|
άποδος |
apod
|
απόδοση |
attribution
- output
- yield
- production
- ascription
- return
- redeemise
- rendering
- efficiency
- apodosis
- capacity
- odds
- performance
- revenue
- version
- restitution
- arrangement
- imputation
- rendition
- excavation
- extraction
- harvesting
- ingathering
- mining
- quarrying
- reaping
- crop
- interpretation
- restoration
- regaining
- translation
- proceeds
- payoff
- interlingual rendition
- issue
- takings
- take
- interpreting
|
απόδοση από την πλευρά του προγράμματος-πελάτη (CSR) |
client-side rendering
|
απόδοση ελέγχου |
Give Control
|
απόδοση κατά μετοχή |
earnings per share
|
απόδοση/κατανομή |
attribution
- ascription
|
απόδοση λειτουργίας |
operational efficiency
|
απόδοση με λέξεις |
verbalisation
- verbalization
|
απόδοση με πεπλεγμένη μορφή |
interlace
|
απόδοση/μέρισμα |
productivity
- fruitfulness
- yield
|
απόδοση παραγωγής |
yield
|
απόδοση σε αμπερωρία |
ampere hour efficiency
|
απόδοση χρωμάτων |
colour rendition
|
αποδόσιμος |
renderable
- ascribable
|
απόδοσις |
ascription
|
αποδοτέος |
attributable
- renderable
- assignable
- referable
- referrable
- imrutable
|
αποδοτικός |
productive
- efficient
- profitable
- fruitful
- effective
|
αποδοτικότης |
efficiency
- productiveness
|
αποδοτικότητα |
profitability
- efficiency
- productivity
- productiveness
- payability
|
αποδοχές |
earnings
- salary
|
Αποδοχή |
Allow
- receipt
- receiving
- reception
- takings
|
αποδοχή |
acceptance
- readoption
- acceptability
- receipt
- reception
- adoption
- credence
- knightly
- subscription
- admittance
- admission
- approval
- standardista
- acceptancy
- espousal
- acceptation
|
απόδραση |
escape
- absconding
- getaway
|
Απόδραση από το Αλκατράζ |
Escape from Alcatraz
|
απόδραση εκ φυλακής |
jailbreak
|
αποδρώ |
|
αποδυνάμωμα |
|
αποδυναμώνομαι |
weaken
|
αποδυναμώνω |
impoverish
- weaken
|
αποδυνάμωση |
weakening
|
αποδυναμωτικός |
|
αποδύομαι |
start
- commence
- embark on
- start up
|
αποδυτήρια |
locker room
|
απόδυτηρια κολυμβητών |
bathing machine
- bathhouse
|
αποδυτήριο |
vestiary
- recreational
- field house
|
αποδώ |
|
από δω |
this way
|
αποδώ και αποκεί |
|
από εδώ |
away
- from here
- this way
|
από εκεί |
thence
- from there
- that way
|
από έξω προερχόμενος |
extraneous
|
αποζευγνύω |
unyoke
|
αποζευγνύω ίππον |
unharness
|
αποζεύκτης |
isolator
- disconnector
|
αποζεύκτης-ασφάλεια |
|